ΕΠΙΚΑΙΡΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΩΝ ΣΚΟΥΠΙΔΙΩΝ ΣΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ – ΑΡΘΡΟ

             ΕΠΙΚΑΙΡΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΩΝ ΣΚΟΥΠΙΔΙΩΝ 
   του Μάριου Άνθη –  (στελέχους της Ενιαίας Αριστερής Κίνησης – ΕΝΑΚ)
Και μόνο η επιστροφή, δέκα χρόνια μετά, των ΜΑΤ στη Λευκίμμη, αλλά και συνολικά, το άθλιο σκηνικό αυταρχισμού και καταστολής που έχει στηθεί στην Κέρκυρα, επιβεβαιώνει ξεκάθαρα και κατηγορηματικά την πλήρη αποτυχία των κύκλων και ομάδων της τοπικής εξουσίας όχι μόνο να αντιμετωπίσουν, μα ούτε και να δώσουν μια κάποια σοβαρή ώθηση και προοπτική στην διευθέτηση και την καθαρή επίλυση του προβλήματος της διαχείρισης των απορριμμάτων στο νησί. Σήμερα, δέκα χρόνια μετά, δεν είμαστε απλά στα ίδια, είμαστε στα πολύ χειρότερα από κάθε άποψη. Ο κερκυραϊκός λαός είναι πνιγμένος, όχι μόνο στα σκουπίδια αλλά και στην απογοήτευση, στη νοσηρότητα κοινωνικών αυτοματισμών, τοπικιστικών ζητημάτων και αναζήτησης Ιφιγενειών και εξιλαστήριων θυμάτων.
Για να αρχίσουμε μιλώντας σε ότι μας αφορά, στις συνεχείς δικές μας δημόσιες τοποθετήσεις, στο κουμπί του συναγερμού που πατούσαμε από την αρχή, έχοντας το όλα αυτά τα χρόνια σταθερά πατημένο, με κάθε δυνατό μέσο που διαθέτουμε (γιατί υπάρχουν φυσικά και ισχυρά επικοινωνιακά μέσα που εμείς κάθε άλλο παρά διαθέτουμε) ότι μαθηματικά, οδηγούν τα πράγματα σε πλήρες αδιέξοδο και νέα μεγάλη κρίση, οριακή κρίση, που βέβαια θα πληρώσει – και πληρώνει – ο λαός και ο τόπος μας, η στάση των κέντρων εξουσίας είναι πια γνωστή σε όλους. Αλαζονική “επάρκεια” και “αυτοπεποίθηση” ανακατεμένη με σιωπή στα ουσιώδη ζητήματα, κατασπατάληση χρόνου και κατά καιρούς εκτόξευση κάποιου βαρύγδουπου “σχεδίου” – πυροτεχνήματος, από αυτά που έφεραν την κατάσταση έως εδώ, δηλαδή στο τέρμα, στο απροχώρητο.
                                                                              το πολιτικό πλαίσιο 
Το αποτέλεσμα μιλά από μόνο του και οι ευθύνες βαραίνουν το σύνολο των πολιτικών και αυτοδιοικητικών παρατάξεων που με τις θέσεις και τις πρακτικές τους συντήρησαν και αναπαρήγαγαν αυτό το σκηνικό, χωρίς να δώσουν αποφασιστική ώθηση στην αποκάλυψη και στην ανατροπή του, χωρίς να παλέψουν πειστικά, μαχητικά και έγκαιρα στα αυτοδιοικητικά όργανα για ριζικές αλλαγές και λύσεις.
Όμως το σοβαρό ερώτημα είναι άλλο. Είναι εάν αυτό το αποτέλεσμα του αδιεξόδου προέκυψε μέσα από μια ακολουθία πολιτικής ανεπάρκειας και λαθών των κέντρων εξουσίας η υπάρχει κάτι περισσότερο. Η δική μας εκτίμηση και απάντηση είναι πως το τοπικό μπλοκ εξουσίας υλοποιεί, είναι αλήθεια με ανεπαρκή και άθλιο τρόπο, μια συνειδητή πολιτική. Πρόκειται για μια πολιτική που κινείται  δογματικά στο πλαίσιο των γενικότερων διαχρονικών “εθνικών” κυβερνητικών πολιτικών του ευρύτερου φάσματος (κάτι που ισχύει και) για την διαχείριση των απορριμμάτων, μια “εθνική” πολιτική σχεδιασμένη και υποταγμένη με βάση τα δεδομένα και τα χαμηλά στάνταρ μιας εξαρτημένης καπιταλιστικής χώρας μικρομεσαίου επιπέδου, φτηνών υποδομών χαμηλής κλίμακας και ποιότητας, όπως έχουν τοποθετήσει προ πολλού την χώρα μας.
Αυτή η γενικότερη διακομματική πολιτική εφαρμόστηκε είναι αλήθεια, εδώ, τοπικά, με απαράμιλλο πείσμα και φανατισμό και εμπλουτισμένη από ένα σύνολο παραμέτρων, πολιτικών – οικονομικών ισορροπιών, διακανονισμών και συμφερόντων, Όχημα και βάση αυτής της πολιτικής αποτελεί ο λεγόμενος Περιφερειακός Σχεδιασμός διαχείρισης των στερεών αποβλήτων, στον οποίο το τοπικό σύστημα ταμπουρώθηκε γερά και που εμείς εκφράζουμε μαχητικά θέση για την πλήρη κατάργηση του εδώ και πολύ καιρό. Γιατί απλούστατα, εκτός από αναποτελεσματικός, αυτός ο “περιφερειακός σχεδιασμός” – τον οποίο αλληλοσυμπληρώνουν και διαιωνίζουν, χωρίς όμως να τον αλλάζουν, όλες οι κυβερνήσεις μέχρι σήμερα – αποτελεί το μέσο, το άλλοθι και το δρόμο που οδηγεί απευθείας σε Τεμπλόνι και Λευκίμμη, με βάση την πρόβλεψη των τριών ΧΥΤΑ, αν και ανενεργός και ασυνεπής εξαρχής, καθώς οι τρεις Χυτά έμειναν προ πολλού δύο..
                                                                   οι δικές μας επισημάνσεις και προτάσεις  
Το βασικότερο ζήτημα λοιπόν, για να δοθεί μια νέα προοπτική στην κατεύθυνση της επίλυσης του προβλήματος είναι η πλήρης απαγκίστρωση από τις “δεσμεύσεις” και τα βαρίδια του παρελθόντος, του περιφερειακού σχεδιασμού των Χυτά. Να προχωρήσουμε άμεσα και σοβαρά σε άρση του αδιεξόδου και λύση καθαρή, αποτελεσματική, κοινωνική, προοδευτική σύγχρονη και φιλολαϊκή.
Η δική μας θέση για το περιεχόμενο αυτής της λύσης έχει δοθεί εδώ και δέκα χρόνια, όταν λίγοι άκουγαν, και την επαναλαμβάναμε σταθερά και επίμονα όλο αυτό το διάστημα. Πέρα από φιλολογίες, πολιτικά παιγνίδια, πολιτικάντικες διατυπώσεις και “τεκμηριώσεις”για να “δικαιολογήσουν” πολλοί και διάφοροι τα αδικαιολόγητα η την δική τους πολιτική σύγχυση και ανεπάρκεια, αυτό που χρειάζεται είναι η δημιουργία αυτής της βασικής – κεντρικής υποδομής που θα είναι ικανή να απαντήσει στο πρόβλημα και να αλλάξει ριζικά την εικόνα, να αλλάξει ριζικά την όλη διαδικασία στον κύκλο διαχείρισης των απορριμμάτων, να υποστηρίξει τεχνικά ένα νέο σύστημα στη διαχείριση. Αυτή η κεντρική υποδομή είναι η Μονάδα ολοκληρωμένης διαχείρισης. Χωρίς την Μονάδα, παραμένουμε λιγότερο – περισσότερο στα ίδια, δεν κάνουμε άλμα μπροστά. Οι προτάσεις και θέσεις που κάπως αόριστα ακούγονται, ειδικά την τελευταία περίοδο, από διάφορες πλευρές και πολιτικές κατευθύνσεις, για ένα κάποιο είδος συστήματος “κοινωνικής αυτοδιαχείρισης” των σκουπιδιών, δεν ανταποκρίνονται στην σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα και στα προβλήματά της και τελικά καταλήγουν πρακτικά σε ένα αντί πραγματικό και αντιρεαλιστικό υπερταξικό μοντέλο ανέφικτης ταξικής συνεργασίας και “συνευθύνης” χωρίς κοινωνικό περιεχόμενο και έξω από τα όρια δημόσιου ελέγχου των αυτοδιοιικητικών και κρατικών φορέων.
Χωρίς να επεκταθούμε σε αυτό το σημείωμα, είναι απαραίτητο να επαναλάβουμε ορισμένα κρίσιμα και επείγοντα
1) Η Μονάδα – ξανά τονίζουμε τη πάγια θέση μας- οφείλει να αποτελέσει – αποκλειστικά – Δημόσια επένδυση και όχι ΣΔΙΤ, που δεν δίνει εγγυήσεις και μπορεί να μετακυλήσει το κόστος πίσω στην κοινωνία, ενώ η μονάδα είναι δυνατό, υπό προϋποθέσεις, να δώσει κέρδη και οφέλη στην τοπική κοινωνία. Στο ζήτημα αυτό, δηλ. δημόσια επένδυση η σύμπραξη με το ιδιωτικό κεφάλαιο, κρίνονται και δοκιμάζονται οι πραγματικές πολιτικές θέσεις, σε επίπεδο κυβερνήσεων, Δήμων, πολιτικών δυνάμεων
2) Η Μονάδα σαν επιλογή, διαμορφώνοντας ένα νέο τοπίο, μπορεί να οδηγήσει αντικειμενικά σε νέα πολιτική χωροθέτησης, έξω από τις διαχρονικά εξαντλημένες και βαριά ταλαιπωρημένες “κόκκινες ζώνες” Τεμπλονιού και Λευκίμμης,  αποτελώντας μια ποιοτικά αναβαθμισμένη υποδομή με αυτοτελή, δικά της κριτήρια χωροθέτησης. Αυτό, την νέα χωροθέτηση, οφείλουν να την απαιτήσουν τα κινήματα, σαν βασική προϋπόθεση απεμπλοκής ενώ προκαλεί μεγάλη απορία και πολλά ερωτηματικά η πρόθεση για την κατασκευή της στην ευρύτερη περιοχή Τεμπλονίου. Ο σχεδιασμός αυτός πρέπει να ματαιωθεί. Οφείλουμε να πάμε σε μια καθαρή νέα αρχή, χωρίς εκκρεμότητες και ανοιχτές πληγές. Ακόμα να προσθέσουμε πως το περιεχόμενο της όποιας μεταβατικής περιόδου σχετίζεται ευθέως με την αξιοπιστία και την ποιότητα της προτεινόμενης σαν τελικής λύσης..
3) Πάνω στην κεντρική υποδομή της Μονάδας (και όχι το αντίστροφο) μπορεί να σχεδιαστεί και να οικοδομηθεί περισσότερο ρεαλιστικά το ευρύτερο σύστημα της ολοκληρωμένης διαχείρισης, της ανακύκλωσης, των σταθμών μεταφόρτωσης, η οργάνωση μιας επαρκούς, μαζικής και ποιοτικής Δημοτικής υπηρεσίας καθαριότητας, αν και το μεγάλο ζήτημα που αναπόφευκτα προκύπτει είναι το είδος, οι τεχνικές προδιαγραφές και δυνατότητες της Μονάδας, ο βαθμός της δικής της αυτοτελούς παραγωγικής συμμετοχής στην διαδικασία της ολοκληρωμένης διαχείρισης, γιατί μονάδες υπάρχουν πολλές και διάφορες – και – διαφορετικών δυνατοτήτων.. Ουσιαστικά όμως, δεν έχουμε όμως φθάσει ακόμα εκεί – και – στο πολύ σημαντικό αυτό ζήτημα θα επανέλθουμε σύντομα
4) Η Μονάδα δεν μπορεί παρά να είναι πλήρως συμβατή με τις σύγχρονες τοπικές συνθήκες και τα τοπικά δεδομένα σε όλα τα επίπεδα (όγκος απορριμμάτων – περιβάλλον – κατασκευαστικές προδιαγραφές κλπ) και υπογραμμίζουμε τη θέση μας, οι μέθοδοι καύσης πρέπει να αποκλειστούν χωρίς δεύτερη σκέψη
5) Η κεντρική υποδομή της Μονάδας, στο πλαίσιο μιας γενικότερης οργάνωσης του δημόσιου – δημοτικού συστήματος ολοκληρωμένης διαχείρισης, δίνει τις δυνατότητες, μπορεί και πρέπει να εκτοπίσει, να σαρώσει εργολαβικά και άλλα ιδιωτικά συμφέροντα, όπως και πολιτικά συμφέροντα που κινούνται στον χώρο των σκουπιδιών, στο βαθμό βέβαια που υπάρχει πολιτική βούληση των δημοτικών και κυβερνητικών αρχών και στο βαθμό που τα λαϊκά κινήματα διεκδικούν στη σωστή κατεύθυνση. Εκτιμούμε πως αναπόφευκτα το κεφάλαιο αυτό θα αποτελέσει ένα σοβαρό ζήτημα πολίτικης αντιπαράθεσης των συνεπών λαϊκών αριστερών δυνάμεων και των λαϊκών κινημάτων με τις κάθε είδους συντηρητικές δυνάμεις, στις επόμενες περιόδους, με δεδομένη την ισχυρή παρουσία των αστικών και νεοφιλελεύθερων θέσεων στα επίπεδα άσκησης εξουσίας και επιπλέον το ρόλο, τις πολιτικές και τις στοχεύσεις της ΕΕ.
                                                                  μερικές αναγκαίες πολιτικές παρατηρήσεις
Η πολιτική σύγχυση, το μπάχαλο καλύτερα, που έχει προκληθεί από την νέα και μεγαλύτερη κρίση στο ζήτημα της διαχείρισης των απορριμμάτων, διαφαίνεται και στις πολιτικές παρεμβάσεις πολιτικών δυνάμεων και παραγόντων, που είναι καταιγιστικές τον τελευταίο καιρό. Αν πάρουμε τις μετρητοίς αυτές τις ανακοινώσεις και αρθρογραφίες, τότε όλοι, μα όλοι, είχαν δίκιο και είναι “ανεξήγητο” τι έχει συμβεί και πως έχει συμβεί..Πως έφθασε η Κέρκυρα εδώ που έφθασε. Είναι όμως καλύτερα να μη τις πάρουμε τις μετρητοίς.
Η κυβερνητική πολιτική είναι βαθιά εκτεθειμένη στον κερκυραϊκό λαό. Τα στελέχη της Δεξιάς, από την πλευρά τους, έχουν επιδοθεί σε  σειρά αντιφατικών μεταξύ τους παρεμβάσεων, προκειμένου να εμφανίσουν μια κάποια θέση που να δικαιολογεί τις διαχρονικές ευθύνες τους. Παράλληλα η ναζιστική “χρυσή αυγή” δοκίμασε να σπεκουλάρει στο λαϊκό αίσθημα αγανάκτησης και επαναλαμβάνουμε εδώ ότι το “καμιά ανοχή στη χρυσή αυγή” αποτελεί κριτήριο και ευθύνη, όχι απλά λόγια.
Από την πλευρά τους, η σημερινή Δημοτική αρχή, ακολουθώντας μια αντιαριστερή πολιτική, επιβεβαίωσε την ολοσχερή αποτυχία της, που ήταν ουσιαστικά άρνηση λύσης, ήταν λάθος πολιτική, ενώ η αρχή της Περιφέρειας (ΠΙΝ) δεν ξέκοψε και συνεχίζει στην λάθος πολιτική του περιφερειακού σχεδιασμού. Το ίδιο πεισματικά παραμένουν σε ένα πλαίσιο θέσεων με βάση τους Χυτά και την λειτουργία Χυτά, τα στελέχη του κόμματος του Περισσού, όπως φαίνεται στις ανακοινώσεις τους. Η ίδια αντιφατικότητα, γενικότερα. Οι αντιπεριφερειάρχες της ΛΑΕ δηλώνουν κατά του Χυτά Λευκίμμης γενικά, αλλά υπέρ του Περιφερειακού σχεδιασμού ειδικότερα, που όμως αυτός ο σχεδιασμός είναι που εμπλέκει την Λευκίμμη.. Όλο αυτό που συμβαίνει είναι το αποτέλεσμα στην σύγχρονη εκδοχή του, παλιών πολιτικών επιλογών..
Μια τελική παρατήρηση. Σε τμήματα της αριστεράς (εξωκοινοβουλευτικής και κοινοβουλευτικής) και με βάση τα κείμενα θέσεων που δίνονται στην δημοσιότητα τον τελευταίο καιρό, θα μπορούσε να είναι εμφανής μια ισχυρή επιφύλαξη – αντίθεση στην χρήση των σύγχρονων τεχνολογιών, που “ανήκουν στις πολυεθνικές”.. Εδώ, θα μπορούσε, επίσης, να είναι εμφανής μια πολιτική επίδραση, μια κάποια επιστράτευση αντιλήψεων του Λουδιτικού ρεύματος του 18ου – 19ου αιώνα στο εργατικό και αγροτικό κίνημα, του λουδιτικού “ρομαντικού” ρεύματος που έθετε τους εργάτες ενάντια και ανταγωνιστικά στα μηχανήματα και τις τεχνολογίες που αναπτύσσονταν, ζητώντας την επιστροφή στο παρελθόν, στον μεσαιωνικό εργάτη, ενός ρεύματος που έντονα καταδίκασαν και έμπρακτα αντιπάλεψαν οι Μαρξ και Ένγκελς και οι μαρξιστές γενικότερα. Είναι βέβαιο ότι στις δικές μας συνθήκες ζωής, οι πολυεθνικές και οι καπιταλιστές κατέχουν την ιδιοκτησία των εργαλείων παραγωγής και των τεχνολογιών και καθορίζουν τις παραγωγικές σχέσεις. Αυτός δεν είναι λόγος να γυρίσουμε η να διατηρούμαστε σε συνθήκες καθυστέρησης.η εξαθλίωσης, αντίθετα είναι λόγος να διεκδικήσουμε – μαζί και στην προοπτική κατάργησης του εκμεταλλευτικού καπιταλιστικού συστήματος – τον δημόσιο έλεγχο σε αναγκαίες τεχνικές υποδομές, προς όφελος του λαού. Όλα αυτά ήταν, είναι και θα παραμείνουν αυτονόητα.